ελεγειοποιός

ελεγειοποιός
ἐλεγειοποιός, ο (Α)
ο ελεγειογράφος.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • ἐλεγειοποιός — elegiac poet masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ελεγειοποιός — ο ο ελεγειογράφος (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐλεγειοποιοῦ — ἐλεγειοποιός elegiac poet masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλεγειοποιούς — ἐλεγειοποιός elegiac poet masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλεγειοποιόν — ἐλεγειοποιός elegiac poet masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -ποιός — ΝΜΑ β συνθετικό επιθέτων και ουσιαστικών όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, με μεγάλη παραγωγική δύναμη, που συνδέεται με το ρ. ποιῶ. Η παραγωγική σχέση μεταξύ τού ρ. ποιῶ και τών συνθέτων σε ποιός δεν έχει προσδιοριστεί με βεβαιότητα. Το… …   Dictionary of Greek

  • ελεγειογράφος — ο ποιητής που γράφει ελεγείες, ελεγειοποιός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”